Τι ισχύει για την πολυειπωμένη φράση: «δεν θα χάσεις κιλά, αν δεν πεινάσεις»; Έχει άραγε κάποια επιστημονική βάση; Τελικά, πώς χάνονται τα κιλά και πόσο πρέπει να πεινάσει κανείς σε αυτή την πορεία προς την αλλαγή;

Τι είναι η πείνα; Η πείνα είναι μία αίσθηση που νιώθουμε στο σώμα μας όταν υπάρχει έλλειψη τροφής. Ενεργοποιείται από σήματα που δίνει η γκρελίνη, μία ορμόνη πουδρα στον εγκέφαλο. Η πείνα λοιπόν είναι ένα σημάδι ότι το σώμα έχει αρχίσει να ξεμένει από τροφή (γλυκόζη).

Η ανάγκη αυτή χρειάζεται να φροντιστεί, στην πραγματικότητα πεινάμε ώστε να τρώμε, όσο απλό κι αν ακούγεται. Αντίστοιχα, η λεπτίνη είναι υπεύθυνη για τα σήματα κορεσμού κι έτσι όταν χορταίνουμε –θεωρητικά– σταματάμε με την κατανάλωση τροφής. 

«Ναι αλλά εγώ έχω ακούσει ότι για να χάσω κιλά πρέπει να τρώω λιγότερο από όσο καίω, δεν είναι έτσι;» ακούγεται συχνά η απορία.

Η απάντηση είναι ναι και όχι. «Ναι, γιατί πράγματι, δεν θα μπορούσαμε να καταρρίψουμε τους νόμους της θερμοδυναμικής. Είναι αλήθεια ότι για να χάσουμε βάρος χρειάζεται να βρεθούμε σε αρνητικό ισοζύγιο ενέργειας, δηλαδή συνολικά οι θερμίδες που θα δαπανήσουμε να είναι περισσότερες από όσες προσλαμβάνουμε.

Αυτό που δεν λαμβάνει υπόψιν όμως αυτή η θεώρηση και γι’ αυτό είναι και ελλειπής, είναι ότι το σώμα απαρτίζεται από πολύ πιο σύνθετες βιολογικές λειτουργίες και δεν λειτουργεί σαν ένα κλειστό σύστημα όπου η ενέργεια απλώς εισέρχεται και εξέρχεται. Με άλλα λόγια δεν είμαστε μηχανές κι έτσι κι η απώλεια βάρους στην πράξη δεν ακολουθεί τέτοια μαθηματική πορεία.

Στην πραγματικότητα λοιπόν για να κατανοήσουμε την απώλεια βάρους θα χρειαστεί να παρατηρήσουμε το ανθρώπινο σώμα λίγο πιο προσεκτικά.

Αρχικά, οι τροφές έχουν δείκτη κορεσμού. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να καταναλώσουμε 500 θερμίδες από ένα συσκευασμένο κρουασάν και 500 θερμίδες από ένα γεύμα με όσπρια και λαχανικά, σε καμία περίπτωση όμως ο κορεσμός δεν θα είναι ο ίδιος. Στην δεύτερη περίπτωση, η άνοδος της γλυκόζης στο αίμα μας θα γίνει πολύ πιο σταδιακά κάτι που δεν θα οδηγήσει σε αντιδραστική υπογλυκαιμία –κοινώς λιγούρες .

Επιπλέον, το αρνητικό ισοζύγιο ενέργειας δεν χρειάζεται απαραίτητα να διαβαστεί ως «φάε λιγότερο». Θα μπορούσε πιο σωστά να διαβαστεί ως «κινήσου περισσότερο». Έτσι, θα καταναλώναμε επαρκείς για τον μεταβολισμό μας θερμίδες, καλύπτοντας το αίσθημα της πείνας και η απώλεια βάρους θα ερχόταν από την αυξημένη κίνηση, η οποία μεταξύ άλλων συμβάλλει κι αυτή θετικά στο αίσθημα κορεσμού. Με πιο απλά λόγια, είναι πολύ πιο χρήσιμο να κινηθούμε περισσότερο και να φάμε περισσότερο, παρά να μείνουμε στον καναπέ μας εξαντλημένοι από ενέργεια στην προσπάθειά μας να περιορίσουμε την τροφή.

Στο σημείο αυτό έρχεται να προστεθεί μία νέα μεταβλητή στην εξίσωση: το μικροβίωμα του εντέρου. Το έντερο, σαν ένας δεύτερος εγκέφαλος, είναι υπεύθυνο για πολύ περισσότερες λειτουργίες από όσες νομίζαμε, μεταξύ των οποίων και τα σήματα πείνας-κορεσμού, αλλά και η όρεξη για συγκεκριμένες ομάδες τροφίμων.

Για το μικροβίωμα του εντέρου θα αφιερώσουμε ένα ξεχωριστό άρθρο. Από αυτό το άρθρο, κρατήστε ότι μία σωστά ταϊσμένη εντερική χλωρίδα μπορεί να αποτελέσει τον καλύτερο σύμμαχο στην προσπάθεια ρύθμισης βάρους και αντίστροφα, η εντερική δυσβίωση που προκύπτει από μη θρεπτικές επιλογές μπορεί να βουλιάξει την οποιαδήποτε προσπάθεια ρύθμισης βάρους.

Ακόμα, θα πρέπει να εξηγήσουμε ότι οι υποθερμιδικές δίαιτες, με θερμιδική αξία πολύ πιο χαμηλή από εκείνη που έχουμε ανάγκη, έχουν σαν αποτέλεσμα την σημαντική απώλεια μυϊκού ιστού και πρωτεϊνών. Μπορεί λοιπόν να πεινάμε και να βλέπουμε το νούμερο στην ζυγαριά να μειώνεται, ωστόσο πρόκειται για λίπος ή πολύτιμο μυϊκό ιστό;

Ως αποτέλεσμα του παραπάνω, ο βασικός μας μεταβολισμός, δηλαδή οι καύσεις που κάνει το σώμα μας, μειώνεται. Αυτό συμβαίνει, διότι ο μυϊκός ιστός είναι μεταβολικά ενεργός. Όταν λοιπόν χάνεται ο μυϊκός ιστός που είναι χρήσιμος για να διατηρεί τα επίπεδα του μεταβολισμού ψηλά, μειώνονται οι καύσεις που συμβαίνουν σε αυτόν και ενεργοποιείται ακόμα περισσότερο το αίσθημα της πείνας.

Τέλος, δίαιτες που εστιάζουν στην γρήγορη απώλεια και συνεπώς προάγουν την πείνα, μπορούν να οδηγήσουν σε διαταραγμένη σχέση με το φαγητό και διατροφικές διαταραχές, όπως η νευρική ανορεξία, η βουλιμία και η επεισοδιακή υπερφαγία.

Αν όλα αυτά δεν ήταν αρκετά, θα χρειαστεί να σας αναφέρω ότι μετά το τέλος μία τέτοιας δίαιτας-πείνας, καθώς όλες τους έχουν ημερομηνία λήξης, ο οργανισμός αποθηκεύει ευκολότερα το λίπος που μπορεί να χάθηκε, αφήνοντας τελικά κάποιον με περισσότερο λίπος από ότι όταν ξεκίνησε την δίαιτα (yo-yo dieting).

Να θυμάστε ότι το μόνιμο αίσθημα πείνας αποτελεί μία αφύσικη στέρηση που δεν ανταποκρίνεται στις καθημερινές ενεργειακές, κοινωνικές και ψυχολογικές ανάγκες του ανθρώπου που τις επιλέγει.

Αν παρατηρήσουμε λοιπόν την πορεία μιας εξαντλητικής δίαιτας, θα δούμε μια ατελείωτη καταπόνηση τόσο του οργανισμού όσο και της ψυχολογίας μας, η οποία μάλιστα δεν επιφέρει αποτελέσματα

Τελικά αξίζει τόση πείνα προκειμένου να βρεθούμε σε ένα χαμηλότερο βάρος;

Από εμάς είναι όχι.

Γνωμούλα;
+1
0
Έκλαψα
+1
0
Βαριέμαι
+1
0
Νευρίασα
+1
0
Αγαπώ
+1
0
Σοκαρίστηκα