Αγαπητό ημερολόγιο, τα όσα λαμβάνουν χώρα μέσα κι έξω από τη Βουλή αυτές τις εβδομάδες θα μείνουν στην ιστορία.
Η Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου μπορεί και να συνέβαλε στο να αλλάξει ο ρους της ιστορίας. Το «Θεέ μου, πόση ομορφιά» που είπε η Μαρία Καρυστιανού, η Πρόεδρος του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων των Τεμπών 2023, μπροστά στο κοινοβούλιο, βλέποντας το κέντρο της Αθήνας συγκινητικά και ασφυκτικά γεμάτο, θα μπορούσε να γίνει το πολιτικό πρόταγμα για την κοινωνία που θέλουμε να φτιάξουμε. Μια κοινωνία που πλημμυρίζει από αλληλεγγύη, όπου φωνάζεις για φως και δικαιοσύνη.
Για να χτίσουμε, όμως, πρέπει να γκρεμίσουμε τις παλιές, κακές συνήθειες, τα κατεστημένα. Να έχουμε εργαλεία για να βάλουμε τα σωστά θεμέλια που θα αντέξουν να βαστήξουν όλες τις αδυναμίες και τα τρωτά σημεία μιας δημοκρατίας και θα χωρέσουν μέσα όλα τα άτομα, ανεξαρτήτως φύλου, φυλής, τάξης, αναπηρίας, σεξουαλικότητας, ηλικίας, υγείας.
Για άλλη μια φορά, αποδεικνύεται ότι μόνο ο λαός μπορεί να φέρει την όποια αλλαγή, να πει τέλος στην ανοχή, δεν υπάρχει άλλο περιθώριο και να διεκδικήσει ένα κράτος που σέβεται και φροντίζει τους πολίτες του. Η υπομονή εξαντλήθηκε. Γιατί «Η Ελλάδα σκοτώνει τα παιδιά της» και το έγκλημα των Τεμπών ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Σύσσωμη η κοινωνία έστειλε ηχηρό μήνυμα προς την κυβέρνηση και τον Πρωθυπουργό επανειλημμένα, να παραιτηθεί. Η λαϊκή απαίτηση δυναμική και μεγαλειώδης. Τι γίνεται, όμως, με όσες και όσους πολιτικούς και δημοσιογράφους εδώ και δύο χρόνια μεθοδεύουν τη συσκότιση της αλήθειας;
Οι ιστορικοί και οι δημοσιογράφοι του μέλλοντος θα απορούν πώς έβρισκε το θράσος ο Μάκης Βορίδης, υπουργός Επικρατείας, μιλώντας στο OPEN να δηλώσει: «Κάνουν λάθος αυτοί που θεωρούν πως έγινε συγκάλυψη; Η απάντηση είναι ναι. Κάνουν τεράστιο λάθος. […] Είδαμε πως ο κόσμος αλλάζει με συγκλονιστικό τρόπο, έχουν ανοίξει τεράστια ζητήματα, ευρωπαϊκή άμυνα, ευρωπαϊκός στρατός, συμμετοχή στο ΝΑΤΟ, Ουκρανία, ευρωπαϊκή ενέργεια, αμυντικές δαπάνες και αν θα εξαιρούνται, ζητήματα ανταγωνιστικότητας, οι δασμοί του Τραμπ, συγκλονιστικά ζητήματα. Στην Ελλάδα, εμείς επί 20 μέρες συζητάμε αυτό. 20 μέρες, μονοθεματικό».
Το «Είναι ντροπή και ντρέπομαι» θα έπρεπε να ανακατευθυνθεί προς τα media που εδώ και 2 χρόνια σιωπούν και αναμασούν την έτοιμη τροφή του Μαξίμου.
Μέχρι που έφτασε η μέρα που ώθησε τον κόσμο στους δρόμους. Στις 17 Ιανουαρίου δημοσιεύσαμε το βίντεο-ντοκουμέντο του τεχνικού συμβούλου των οικογενειών των θυμάτων των Τεμπών, Βασίλη Κοκοτσάκη στο Kontra, χάρη στα αντανακλαστικά και την ανάληψη της ευθύνης του αρχισυντάκτη της εκπομπής, Δημήτρη Χατζηνικόλα, να παίξει ένα σπαρακτικό ντοκουμέντο.
Τότε ακούστηκε για πρώτη φορά το «Δεν έχω οξυγόνο» της Φραντζέσκας. Ήταν το μόνο που μπορούσε να τα βάλει με το θεριό της συγκάλυψης που σαν πέπλο είχε σκεπάσει όλη τη χώρα και είχε πνίξει κάθε φωνή. Ήταν η σπίθα που πυροδότησε την «καταιγίδα» και τον λαϊκό ξεσηκωμό που ακολούθησε, ύστερα από δύο ατέλειωτα χρόνια πολιτικού και δημοσιογραφικού gaslighting προς τους πολίτες.

Τότε θυμήθηκαν τα mainstream media ότι έγινε η τραγωδία των Τεμπών. Τότε θυμήθηκαν ότι οι συγγενείς ακόμη ψάχνουν απαντήσεις και ερευνούν το ζήτημα μόνοι τους, καθώς το μόνο που λαμβάνουν από ένα κράτος-φάντασμα είναι ειλικρινά ανεκδιήγητες συμπεριφορές.
Θα έβγαινε άραγε ο κόσμος στους δρόμους αν δεν υπήρχε ο σωστός δημοσιογράφος, τη σωστή στιγμή να παίξει το ντοκουμέντο; Θα ξανασυναντιόμασταν στις πλατείες για να μοιραστούμε τη θλίψη και την οργή μας από τη μία και από την άλλη το όραμα για μια δικαιότερη κοινωνία;
Όπως είπε κι ένας συνάδελφος, υπάρχουν αυτοί οι «αναξιοπρεπείς σφουγγοκωλάριοι με μικρόφωνο» που ακόμη και σήμερα -μετά από τις λαοθάλασσες που πλημμύρισαν εκατοντάδες πόλεις του κόσμου- λένε «κάθε μέρα Τέμπη θα παίζουμε;», βαρώντας «προσοχή» στις άνωθεν εντολές. Παρουσιαστές που «υποκλίνονται» σε πολιτικούς που χαρακτηρίζουν ως μικρό και ασήμαντο το θέμα των Τεμπών.
Είναι ντροπή μια εβδομάδα μετά το έγκλημα των Τεμπών να ασφαλτοστρώνεται ο χώρος και να μην τίθενται επί τάπητος οι πιο κρίσιμες των ερωτήσεων κι ένα μήνα μετά, ο υφυπουργός Μεταφορών Μιχάλης Παπαδόπουλος να πηγαίνει στο σταθμαρχείο στη Λάρισα για να «ενημερωθεί» και να γυρνάει σε έναν δικό του, για να βάλει «τέλος» στις απαντήσεις του σταθμάρχη προς τους δημοσιογράφους. Και να μην κουνιέται φύλλο.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Αξίζει να θυμηθούμε ότι πριν μισό αιώνα, ο «Ελεύθερος Κόσμος», η επίσημη εφημερίδα της Χούντας είχε στο πρωτοσέλιδό της μια φονική σύγκρουση τραίνων στις 23 Δεκεμβρίου 1971.
Μόλις μία μέρα μετά, η χουντική εφημερίδα είχε ήδη αποφανθεί: «Υπεύθυνος, μάλλον ο νεκρός μηχανοδηγός». Σας θυμίζει κάτι;

Στην εφημερίδα «Μακεδονία», ένα χρόνο μετά βλέπουμε αντίστοιχη προσέγγιση:

Μην τυχόν και υπονοήσουν -όχι να ρωτήσουν ευθέως- οι δημοσιογράφοι αν υπήρχαν κενά ασφαλείας και αν το κράτος είχε κάνει όλα όσα θα έπρεπε για να αποφευχθεί ένα τέτοιο και ένα επόμενο και μεθεπόμενο δυστύχημα. Άραγε, η φίμωση του Τύπου και η λογοκρισία κατά την διάρκεια της δικτατορίας που απαγόρευε οτιδήποτε έθετε σε αμφισβήτηση την κυβερνητική γραμμή να έχει μετακινηθεί δραματικά έκτοτε;
Η στάση των δημοσιογράφων που ζουν ανάμεσά μας και μπορεί τώρα να «παίζουν τα Τέμπη», γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, εξαιτίας της πίεσης που ασκεί ο λαός, σε λίγο καιρό μπορεί πάλι να αλλάξει. Να σφυρίζουν αδιάφορα, όπως έχουν εκπαιδευτεί. Αυτό είναι που πνίγει την δημοκρατία και της στερεί το οξυγόνο.
Γιατί χωρίς ενημέρωση και διαφάνεια, δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της η δημοκρατία.
Η στάση ορισμένων δημοσιογράφων και media δεν αφορά αποκλειστικά και μόνο το ζήτημα των Τεμπών, φυσικά, αλλά το πώς καλύπτονται γενικά θέματα που έχουν να κάνουν με κοινωνικές διεκδικήσεις, ανθρώπινα δικαιώματα και καταπατήσεις τους, καθώς και αδικίες κι εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί εναντίον συνανθρώπων μας.
Το γεγονός ότι στοχοποιούν δημοσιογράφους όταν μιλούν για ανθρώπινα δικαιώματα και τους «φοράνε» την ταμπέλα του «δικαιωματισμού» είναι άλλο ένα εμπόδιο που πρέπει να υπερπηδήσουν οι δημοσιογράφοι και προστίθεται στη μακρά λίστα των δυσχερειών που κάνουν το λειτούργημά μας έως και αδύνατο πολλές φορές.
Η πρόσφατη έρευνα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για την ποιότητα της εργασίας έδειξε ότι το 74% των εργαζομένων στα media γυρνάνε εξαντλημένοι από τη δουλειά. Άλλη μια αρνητική πρωτιά για τη δημοσιογραφία. Στη σύγχρονη εργασιακή ζούγκλα όπου προσπαθούμε να επιβιώσουμε, υπάρχει ο φόβος της ανεργίας -εξού και υπερεργασία που οδηγεί με συνέπεια στο burnout-, βαθιά έλλειψη αξιοκρατίας και μικροσκοπικός χώρος για ρεπορτάζ και έρευνες που μπορούν να ρίξουν φως σε σκοτεινά και θολά αλλά κρίσιμα σημεία. Αν γίνει συμψηφισμός όλων των αντιξοοτήτων που αντιμετωπίζουν οι δημοσιογράφοι, το πηλίκο γράφει μείον. Ασφυξία.
Δεν ψάχνουμε βέβαια μαξιλάρι για να πέσουμε απ’ τα σύννεφα. Σε μια χώρα που το κράτος δικαίου έχει εξαχρειωθεί μέχρι εκεί που δεν πάει άλλο, η ελεύθερη και ανεξάρτητη δημοσιογραφία πώς περιμένουμε να επιζήσει;
Μάσκα οξυγόνου για τη δημοσιογραφία θα πει να τα φέρουμε όλα τούμπα, να έχουμε συλλογικές συμβάσεις, κανονικούς μισθούς, ισχυρά σωματεία και πραγματικό έλεγχο, ώσυε να μην τολμούν ούτε να σκεφτούν κάποιοι δημοσιογράφοι να εκφέρουν μισογυνικό, ομοτρανσφοβικό ή μισαναπηρικό λόγο δημόσια γιατί θα έχαναν τη δουλειά τους, όπως θα έπρεπε να έχει γίνει πολλάκις στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν.
Η δημοσιογραφία υπάρχει για να ελέγχει τ’ άδικο. Όχι να το υπηρετεί. Και θα συνεχίσει να το κάνει, όσο υπάρχουν άνθρωποι που «ποτίζουν» ένα άνυδρο και μπαζωμένο τοπίο, ακόμη και με γυμνά χέρια, μέχρι να ανθίσει η αλήθεια.