Ιντεάλ

Στο Ιντεάλ λίγο πριν σβήσουν τα φώτα και το αποχαιρετήσουμε για πάντα

Ήταν 04.00 το πρωί, έκανε κρύο και ο κόσμος συζητούσε έξω από το εμβληματικό σινεμά της Πανεπιστημίου, μετά από δύο back to back προβολές. Κανείς δεν ήθελε να φύγει.

Κάποια στιγμή στη μέση της μεταμεσονύκτιας προβολής του ‘’Die Hard’’ στο Ιντεάλ το περασμένο Σάββατο, σταμάτησα και ορκίζομαι ότι άκουσα το σινεμά να αναπνέει. Μέσα στον κατάμεστο κινηματογράφο, με χτύπησε πιο πολύ από κάθε άλλη φορά η σκέψη ότι αυτή η οθόνη που τώρα την κοιτάζουν εκατοντάδες μάτια θα καταστραφεί, η σκοτεινή αίθουσα θα γκρεμιστεί και τα φώτα ενός από τα ιστορικότερα σινεμά της Αθήνας θα σβήσουν, χωρίς την προοπτική να ανάψουν ξανά.  

Αν και το Ιντεάλ λειτουργεί από το 1922, έχοντας ήδη κλείσει έναν αιώνα ζωής, αυτό δεν ήταν αρκετό για να σωθεί από την πολιτεία, με το να χαρακτηριστεί διατηρητέα η χρήση του, αποκλειστικά και μόνο ως κινηματογράφου, χωρίς αστερίσκους για «πιθανή πολυμορφική αλλαγή χρήσης», όπως ανέφερε η απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που άνοιξε τον δρόμο για το κλείσιμο του Ιντεάλ. 

Έξω από το Ιντεάλ, Κώστας Τζούμας/ Eurokinissi.

Έτσι, στο τέλος του 2023, όσοι έχουμε ζήσει λιγότερα ή περισσότερα βράδια στο εμβληματικό αυτό σινεμά, θα χρειαστεί να το αποχαιρετήσουμε. Όπως όλα δείχνουν, ο κινηματογράφος της Πανεπιστημίου που έχει φιλοξενήσει χιλιάδες ανθρώπους και τις αναμνήσεις τους θα μετατραπεί σε «μαύρη τρύπα» – ή αλλιώς συνεδριακό κέντρο ακόμα μίας ξενοδοχειακής μονάδας του κέντρου της Αθήνας. 

Μέχρι τις 29 Δεκεμβρίου όμως, το Ιντεάλ είναι δικό μας. Απόδειξη ότι σχεδόν όλες οι προβολές του αποχαιρετιστήριου αφιερώματος που διοργανώνει το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας, με μερικές από τις ταινίες που έγραψαν ιστορία στον κινηματογράφο, είναι sold-out. 

Φτάνω στο Ιντεάλ σχεδόν την ώρα έναρξης της Σιωπής των Αμνών. Αν και το κρύο είναι διαπεραστικό, η ουρά του κόσμου που έχει συρρεύσει για να αποχαιρετίσει ένα από τα σινεφιλικά του σπίτια, φτάνει ως το Ρεξ.

Τη λέξη «σπίτι» θα χρησιμοποιήσει λίγο αργότερα, όταν θα έχουμε μπει πια μέσα στην αίθουσα, εκείνος που το δικαιούται περισσότερο απ’ όλους: ο Γιάννης Παπανικολάου, κλειδοκράτορας του Ιντεάλ ή αλλιώς «πορτιέρης του Παραδείσου», όπως τον χαρακτήρισε ο Λουκάς Κατσίκας, καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Κινηματογραφικού Φεστιβάλ της Αθήνας.

Ο Γιάννης Παπανικολάου εργάζεται στο Ιντεάλ αδιάλειπτα από τον Σεπτέμβριο του 1980, για 43 χρόνια και θα συνεχίσει μέχρι την τελευταία βραδιά του κινηματογράφου, στις 29 Δεκεμβρίου. «Είναι πολύ δύσκολες αυτές οι στιγμές, διότι για μένα το Ιντεάλ είναι το σπίτι μου», μας είπε λίγο πριν την έναρξη της Σιωπής των Αμνών το Σάββατο και ύστερα έκανε μια συγκινητική αναδρομή τις ιστορικές μεταμεσονύκτιες προβολές του κινηματογράφου, οι οποίες τον οδήγησαν μέχρι και στο αυτόφωρο. 

«Οι προβολές μετά τα μεσάνυχτα είχαν τακτικούς πελάτες που έρχονταν από όλα τα μέρη της Αθήνας μόνο για αυτές –οι ουρές έφταναν μέχρι κάτω από το Ρεξ. Ευτυχώς, ο δημόσιος κατήγορος ήταν ένας από αυτούς», είπε χαρακτηριστικά ο αιθουσάρχης του Ιντεάλ. 

Τα σινεμά-τοπόσημα της Αθήνας αντιπροσωπεύουν για τον καθένα μας κάτι διαφορετικό και όλοι έχουμε μια αγαπημένη προβολή που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ για τους δικούς μας λόγους: το director’s cut του Αποκάλυψη Τώρα, το Donnie Darko, το Pulp Fiction, το Braveheart, το Die Hard, το Μόνος στο Σπίτι και χιλιάδες άλλες ταινίες που τρέξαμε να δούμε στο Ιντεάλ.

Η Κ. είναι ο πιο σινεφίλ άνθρωπος που ξέρω και εκείνη που μάλλον έχει στενοχωρηθεί περισσότερο για τους τίτλους τέλους στην ιστορική αίθουσα, μιας και για την ίδια αυτό ήταν το σινεμά των παιδικών της χρόνων. Μεγάλωσε στην επαρχία, αλλά κάθε φορά που ερχόταν στην Αθήνα, επισκεπτόταν απαραιτήτως το Ιντεάλ, που στο παιδικό της μυαλό είχε ταυτίσει με την πόλη ολόκληρη. 

Τοπόσημο των Αθηνών / Eurokinissi

«Ήταν σαν να μην υπήρχαν άλλα σινεμά για μένα. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι θα περάσω από την Πανεπιστημίου και δεν θα υπάρχει», μου λέει. Βγαίνοντας στον δρόμο, μετά από μια προβολή του Con Air, όταν ήταν 13 ετών, η Κ. ένιωσε τόσο ζωντανή που πήρε την απόφαση να ασχοληθεί επαγγελματικά με το σινεμά. Το είπε και το έκανε.

«Χωρίς υπερβολή, όταν ήμουν έφηβη, ήθελα να περάσω σε μια σχολή στην Αθήνα, για να μπορώ να βλέπω σινεμά στο Ιντεάλ. Μήπως να κάνουμε κατάληψη για να το σώσουμε;», θα μου πει μεταξύ αστείου και σοβαρού, εννοώντας το περισσότερο απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς.

Είναι πια περασμένα μεσάνυχτα. Περιμένουμε στις θέσεις μας να αρχίσει το Πολύ Σκληρός για να Πεθάνει, προβολή που διοργανώθηκε στο Ιντεάλ σε συνεργασία με το Midnight Express.

Σε πείσμα των streaming καιρών και αυτή η προβολή είναι sold-out. Η τελευταία φορά που η οθόνη του Ιντεάλ θα ανάψει είναι στις 29 Δεκεμβρίου. Μόλις τελειώσει η δεύτερη επετειακή προβολή του Pulp Fiction, τα φώτα του κινηματογράφου θα σβήσουν οριστικά. Σε αυτήν την προβολή θα είναι παρόντες όλοι οι εργαζόμενοι του Ιντεάλ, μαζί με τις οικογένειές τους, για να μοιραστούν μαζί μας τον «τελευταίο χορό».

Στη συνέντευξη τύπου για την διάσωση των κινηματογραφικών αιθουσών Ιντεάλ, Άστορ και Ίριδα της Αθήνας, 4 Απριλίου 2023. (Βασίλης Ρεμπάπης/Eurokinissi)

Ο Άκης Καπράνος, «ψυχή» της ιδιότυπης κινηματογραφικής λέσχης του Midnight Express, θυμάται όταν είχε έρθει, φοιτητής ακόμα, μαζί με όλο το τμήμα της σχολής Σταυράκου, να δει πρώτη φορά το φιλμ του Tarantino, φυσικά στο Ιντεάλ. «Τότε καπνίζαμε και μέσα στην αίθουσα», λέει γελώντας. 

Λίγο πριν ξεκινήσει το Die Hard και η χριστουγεννιάτικη περιπέτεια του Bruce Willis ως απέθαντου John McClane, ο Καπράνος συμπυκνώνει σε λίγες προτάσεις τον κύριο λόγο που το Ιντεάλ πρέπει να παραμείνει ανοιχτό, ως ένας ζωντανός χώρος επικοινωνίας με αυτό που συμβαίνει στην οθόνη, αλλά και δίπλα μας:

«To σινεμά είναι συλλογική εμπειρία, δεν είμαι ασφαλής κάτω από την κουβέρτα μου με το λάπτοπ μου. Fuck that! Ευχαριστώ που δεν κατεβάσατε την ταινία», λέει και ο κόσμος χειροκροτεί παρατεταμένα.

Την ανάμνηση αυτής της φανταστικής βραδιάς, αλλά και τις καινούριες αναμνήσεις που θα φτιάξουμε  μέχρι και την τελευταία νύχτα του Ιντεάλ δεν μπορεί να μας τις πάρει κανείς. Αυτά μάλλον σκεφτόμασταν όλοι όταν βγήκαμε πια στην Πανεπιστημίου και μας χτύπησε ο παγωμένος αέρας στις 04.00 το πρωί. Είχε πάει πια πολύ αργά, έκανε πολύ κρύο, αλλά οι θεατές συζητούσαν στον δρόμο, λες και ήταν απόγευμα.

Κανείς δεν ήθελε να φύγει. 

More like this