Ανέκαθεν, οι απατεώνες, οι gangsters και οι ιστορίες τους ήταν ιδιαίτερα συναρπαστικές, με πολλούς από εμάς να μένουμε με το στόμα ανοιχτό.

Εύλογα, διότι έφταναν στο σημείο να εξαπατούν εκατομμύρια ανθρώπους και να ελέγχουν ολόκληρες κυβερνήσεις με το σατανικό τους μυαλό. Ποιοι είναι, όμως, οι μεγαλύτεροι απατεώνες εξ αυτών;

Ο Charles Ponzi και το περιβόητο «σχήμα» του

Charles Ponzi γεννήθηκε στο Lugo, μια μικρή πόλη της Ιταλίας, στις 3 Μαρτίου του 1882. Το 1903, όταν κατέφθασε στις ΗΠΑ, είχε μόλις 2,5 δολάρια στις τσέπες του. Για τα επόμενα δεκατέσσερα χρόνια περιπλανιόταν από πόλη σε πόλη και έκανε διάφορες δουλειές, για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Όταν έλαβε ένα γράμμα από την Ισπανία, τον Αύγουστο του 1919, παρατήρησε ότι περιείχε κι ένα διεθνές ταχυδρομικό κουπόνι. Το κουπόνι αυτό είχε αγοραστεί στην Ισπανία έναντι ποσού, που αναλογούσε σε ένα αμερικανικό cent. Ωστόσο, όταν το ρευστοποίησε, του έδωσαν έξι αμερικανικά γραμματόσημα του ενός cent.

Τότε, τα γρανάζια του μυαλού του άρχισαν να τρέχουν με αστραπιαίους ρυθμούς, καταστρώνοντας το σατανικό σχέδιο που θα τον έκανε να κολυμπάει στο χρυσάφι. Στις 26 Δεκεμβρίου του 1919, ίδρυσε μια επιχείρηση με την επωνυμία «Security Exchange Company». Υποσχόμενος στους επενδυτές του κέρδος 50% σε ενενήντα μέρες, πολύ γρήγορα άρχισε να εκδηλώνεται μεγάλο ενδιαφέρον. Χιλιάδες άνθρωποι αγόραζαν τα ομόλογα του Ponzi, ενώ ο ίδιος ξεχρέωνε τις προηγούμενες οφειλές του με τα χρήματα των μεταγενέστερων επενδυτών. Επρόκειτο για μια «πυραμίδα επενδυτών», που ονομάστηκε «σχήμα Ponzi». Μέχρι και σήμερα, χρησιμοποιείται για το χαρακτηρισμό οποιασδήποτε χρηματικής απάτης, βασιζόμενης σε αντίστοιχη πυραμίδα.

Tο 1920, τα έσοδά του άγγιζαν το αστρονομικό ποσό των 250.000 δολαρίων τη μέρα, με τον ίδιο να υιοθετεί έναν προκλητικά πολυτελή τρόπο ζωής. Την 1η Νοεμβρίου του ίδιου έτους, βρέθηκε ένοχος, με 85 κατηγορίες να εκκρεμούν εις βάρους του. Κατόπιν, πέρασε αρκετά χρόνια σε φυλακές και σωφρονιστικά ιδρύματα, πριν ξεσπάσει το ομώνυμο σκάνδαλο για μικροαπάτες. Το 1934, βγήκε οριστικά από τη φυλακή και απελάθηκε στην Ιταλία, μιας και δεν είχε λάβει ποτέ την αμερικανική υπηκοότητα.

Λίγοι γνωρίζουν ότι ο Ponzi είχε συνεργαστεί και με το Benito Mussolini μετά την αποφυλάκισή του. Βέβαια, αφού ο Mussolini του πρόσφερε μια θέση στη νέα αεροπορική εταιρεία της Ιταλίας, όπου εργάστηκε ως διευθυντής μέχρι το 1942. Ύστερα, ο Ponzi ανακάλυψε ότι πολλοί αξιωματούχοι των αερογραμμών χρησιμοποιούσαν τις πτήσεις για λαθραία εξαγωγή συναλλάγματος. Και —όπως ήταν αναμενόμενο— ζήτησε κι εκείνος μερίδιο από τα κέρδη. Όταν η απάντηση που έλαβε ήταν αρνητική, τους «κάρφωσε» στην κυβέρνηση της Βραζιλίας.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος προκάλεσε την πτώχευση των ιταλικών αερογραμμών και ο Ponzi βρέθηκε γι’ ακόμη μια φορά άνεργος. Έκτοτε, ζούσε από ελεημοσύνες, παραδίδοντας μαθήματα αγγλικών ή βασιζόμενος στο βραζιλιάνικο ταμείο ανεργίας.

Κι επειδή όλα στη ζωή είναι κύκλος, πέθανε τον Ιανουάριο του 1949 στην πτέρυγα απόρων ενός νοσοκομείου στο Rio de Janeiro. Ο άνθρωπος που ξεκίνησε από το απόλυτο μηδέν, έγινε ένας από τους μεγαλύτερους και πλουσιότερους απατεώνες, έφυγε άπορος και μόνος. Κατάφερε να αποταμιεύσει μόνο 75 δολάρια για τα έξοδα της κηδείας του.

Anna Sorokin —η ανύπαρκτη, πλούσια κληρονόμος

Η Anna Sorokin (aka: Anna Delvey) γεννήθηκε το 1991 στη Ρωσία και μεγάλωσε στο Eschweiler της Γερμανίας, όπου ο πατέρας της εργαζόταν σε μεταφορική εταιρεία, η οποία τελικά πτώχευσε. Αρχικά, εργάστηκε ως ασκούμενη σε μια εταιρεία δημοσίων σχέσεων πριν μετακομίσει στο Παρίσι για να ξεκινήσει την πρακτική της στο γαλλικό περιοδικό μόδας «Purple», με το όνομα «Anna Delvey». Μιας και οι μηνιαίες απολαβές της περιορίζονταν στα 400 ευρώ το μήνα, λάμβανε οικονομική στήριξη και από τους γονείς της.

Το Καλοκαίρι του 2013, ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη, όπου και επέλεξε να παραμείνει, ενώ παράλληλα εργαζόταν και στα γραφεία του «Purple» που βρίσκονταν εκεί. Ωστόσο, τελικά, αποφάσισε να αλλάξει πορεία. Τα επόμενα τρία χρόνια, υποκρινόμενη την πλούσια κληρονόμο, έμενε σε πολυτελή ξενοδοχεία. Μάλιστα, μοίραζε απλόχερα φιλοδωρήματα 100 δολαρίων και ανέβαλε λογαριασμούς με υποσχέσεις τραπεζικών εμβασμάτων που δεν έφταναν ποτέ. Επιπλέον, διοργάνωνε δείπνα σε ακριβά εστιατόρια, προσέλαβε προσωπική γυμνάστρια και φορούσε ακριβές δημιουργίες διά χειρός Gucci και Yves Saint Laurent. Κατάφερε να δημιουργήσει πλαστούς τραπεζικούς λογαριασμούς και άλλα χρηματοοικονομικά έγγραφα, σύμφωνα με τα οποία είχε 60 εκατομμύρια ευρώ σε ελβετικές τράπεζες.

Συνελήφθη στις 3 Οκτωβρίου του 2017, έπειτα από υποψίες που γεννήθηκαν μέσα από τις ύποπτες κινήσεις της. Το 2018, στη δίκη, ο δικηγόρος της ισχυρίστηκε ότι η πρόθεσή της ήταν να αποπληρώσει τα χρέη της. Επιπλέον, ανέφερε ότι της δόθηκαν υπηρεσίες με αντάλλαγμα τη δημοσιότητα στο Instagram —γιατί είχε «χτίσει» μια εντυπωσιακή digital παρουσία.

Σε μια συνέντευξη πριν την καταδίκη της, είπε ότι: «Θα έλεγα ψέματα σε όλους και στον εαυτό μου, αν έλεγα ότι λυπάμαι για οτιδήποτε». Στις 9 Μαΐου του 2019, καταδικάστηκε σε φυλάκιση από 4 έως 12 χρόνια και «χρυσά» πρόστιμα σε όσους είχε εξαπατήσει. Στις 11 Φεβρουαρίου του 2021, αποφυλακίστηκε με περιοριστικούς όρους, ενώ στις 25 Μαρτίου του 2021, τέθηκε εκ νέου υπό κράτηση από την Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE). Εκεί βρίσκεται μέχρι και σήμερα, με την ιστορία της να έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης της σειράς «Inventing Anna» που είναι διαθέσιμη στο Netflix.

Μέχρι σήμερα, θεωρείται μια από τους μεγαλύτερους απατεώνες, αφού κατάφερε να ξεγελάσει ακόμα και ηγετικά στελέγχη τεράστιων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

Simon Leviev —ο «απατεώνας του Tinder»

Όλοι ξέρουμε και (λίγο-πολύ) έχουμε χρησιμοποιήσει το Tinder. Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται μια fun εφαρμογή, μέσω της οποίας μπορείς να φλερτάρεις, να βρεις παρέα για το βράδυ, το άλλο σου μισό ή… μερικούς απατεώνες!

Ο Simon Leviev (πραγματικό όνομα: Shimon Yehuda Hayut) προσέγγιζε και γοήτευε όμορφες γυναίκες, στις οποίες παρουσιαζόταν —αρκετά πειστικά— ως κληρονόμος μιας αμύθητης περιουσίας, μέσω ισραηλινής βιομηχανίας διαμαντιών. Ειδικότερα, πήγαινε τις συνοδούς του βόλτες με το ιδιωτικό του τζετ, έμεναν σε πανάκριβα ξενοδοχεία και απολάμβαναν πλούσια γεύματα. Αυτό που τα θύματά του δεν γνώριζαν τότε, ήταν ότι όλα αυτά, τα πλήρωναν οι ίδιες.

Κάθε φορά που η «σχέση» με ένα θύμα του σοβάρευε, ο Simon Leviev, υποκρινόταν ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο. Έτσι, προκειμένου να σωθεί, έπρεπε η αγαπημένη του να στείλει χρήματα—πολλά εκατομμύρια δολάρια— σε έναν τραπεζικό λογαριασμού τρίτου. Τα ανυποψίαστα θύματα χρέωναν τις πιστωτικές τους κάρτες ή να του έστελναν βαλίτσες με μετρητά, διότι έτσι νόμιζαν ότι θα τον έσωζαν. Αφού ο Simon Leviev έπαιρνε τα χρήματα στα χέρια του, γινόταν «καπνός» και αναζητούσε νέα υποψήφια θύματα.

Το 2011, κατηγορήθηκε στο Ισραήλ για κλοπή, πλαστογραφία και εξαργύρωση κλεμμένων επιταγών. Δεν εμφανίστηκε ποτέ στο δικαστήριο, αφού δραπέτευσε από τη χώρα με ένα πλαστό διαβατήριο και διέφυγε στην Ευρώπη. Το 2015, συνελήφθη στη Φινλανδία και καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκιση για εξαπάτηση πολλών γυναικών. Αφού εξέτισε νωρίς την ποινή του, επέστρεψε στο Ισραήλ για να καταδικαστεί το 2017. Ωστόσο, σύμφωνα με τους Times of Israel, άλλαξε το όνομά και έφυγε ξανά από τη χώρα. Το 2019, συνελήφθη από την Interpol, μετά από χρήση πλαστού διαβατηρίου.

Αργότερα το ίδιο έτος, καταδικάστηκε σε 15 μήνες φυλάκιση στο Ισραήλ, αλλά αφέθηκε ελεύθερος πέντε μήνες αργότερα, λόγω κορωνοϊού. Καταζητείται επίσης για διάφορα αδικήματα απάτης και πλαστογραφίας από τη Νορβηγία, τη Σουηδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ισπανία. Σε μια συνέντευξη που παραχώρησε στο CNN στις 21 Φεβρουαρίου του 2022, αρνήθηκε ότι εξαπάτησε τις γυναίκες, ισχυριζόμενος ότι ήταν απλώς ένας «ελεύθερος άνδρας που ήθελε να γνωρίσει μερικά κορίτσια μέσω του Tinder». Σαφώς, και αυτή η ιστορία άφησε το στίγμα της στην ποπ κουλτούρα, με το Netflix να δημιουργεί ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο: «Ο απατεώνας του Tinder», το οποίο παρουσιάζει λεπτομερώς την ιστορία αυτή.

 Al Capone —η ηγετική μορφή του υποκόσμου

Γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου του 1899 στο Brooklyn της Νέας Υόρκης και ήταν το τέταρτο από τα εννέα παιδιά της οικογένειας. Σε ηλικία 14 ετών εγκατέλειψε το σχολείο, ενώ ήταν ήδη μέλος δύο συμμοριών. Αργότερα, έπιασε δουλειά σε ένα πανδοχείο, όπου απέκτησε και τις ουλές στο αριστερό του μάγουλο, χάρη στις οποίες του δόθηκε το προσωνύμιο «Scarface» (= Σημαδεμένος). Αιτία ήταν ένα τολμηρό σχόλιο για την αδερφή ενός θαμώνα, ο οποίος δεν δίστασε να του χαράξει το μάγουλο.

Στη Νέα Υόρκη, ο Al Capone απέκτησε τη φήμη του «σκληρού» και, ύστερα από μια δολοφονία που πιστεύεται ότι διέπραξε ο Johnny Torrio, αρχηγός της συμμορίας του Capone, αποφάσισε να μετακομίσει στο Σικάγο. Εκμεταλλευόμενος την ποτοαπαγόρευση, κατάφερε να πολλαπλασιάσει τα κέρδη του και να αναδειχθεί σε έναν από τους ισχυρότερους gangsters των ΗΠΑ. Το 1927, η περιουσία του υπολογιζόταν στα 100.000.000 δολάρια, ελέγχοντας στοιχήματα, κλαμπ, οίκους ανοχής κ.α. Δεν δίστασε μάλιστα να δωροδοκήσει τον δήμαρχο, William Hale Thompson, τον οποίο βοήθησε να εκλεγεί για δεύτερη φορά στις εκλογές του 1927.

Στις 14 Φεβρουαρίου του 1929, έμελλε να διαπραχθεί το έγκλημα που έμεινε στην ιστορία ως: «Η σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου». Κάποιοι άντρες του Al Capone, μεταμφιεσμένοι ως αστυνομικοί, εισέβαλαν αιφνιδιαστικά σε ένα γκαράζ, με σκοπό να σκοτώσουν ή έστω να προειδοποιήσουν τον George Moran, αρχηγό μιας άλλης συμμορίας. Ο George Moran, βλέποντας τους, τράπηκε σε φυγή, όμως, οι έξι άντρες του δεν είχαν την ίδια τύχη, διότι γαζώθηκαν από τουλάχιστον 150 σφαίρες. Ύστερα από αυτό το περιστατικό, η αστυνομία άρχισε τις συστηματικές προσπάθειες για τη σύλληψή του. Το Μάιο του 1929, συνελήφθη για παράνομη οπλοφορία, καταδικάστηκε σε διετή κάθειρξη αλλά αποφυλακίστηκε εννέα μήνες αργότερα, λόγω καλής διαγωγής.

Στο μεταξύ, είχαν αρχίσει οι διαδικασίες για την προσαγωγή του, με αφορμή «τη σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου». Οι κατηγορίες, όμως, έπεσαν στο κενό και ο Al Capone απλώς κλήθηκε να πληρώσει το ποσό των 5.000 δολαρίων για ασέβεια προς το δικαστήριο. Το 1930, ήταν ο νούμερο ένα πιο επικίνδυνος εγκληματίας στο Σικάγο, ενώ το 1931 και ύστερα από πολύχρονες έρευνες, καταδικάστηκε για φοροδιαφυγή. Αρχικά, δέχτηκε τις κατηγορίες, πιστεύοντας ότι θα υπάρξει ευνοϊκή μεταχείριση. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη, με αποτέλεσμα να αναιρέσει την αρχική του κατάθεση. Προσπάθειες όπως αυτή της δωροδοκίας των ενόρκων δεν πέτυχαν και έτσι, καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια φυλάκιση, με επιπλέον επιβολή προστίμου 50.000 δολαρίων. Αποφυλακίστηκε στις 16 Νοεμβρίου του 1939, αφού πλήρωσε 37.617,51 δολάρια και αποσύρθηκε στο κτήμα του στη Φλόριντα, όπου και απεβίωσε από ανακοπή οκτώ χρόνια αργότερα.

Πρόκειται, ίσως, για τον μεγαλύτερο απατεώνα όλων των εποχών, η ζωή και τα κατορθώματα του οποίου έχουν επηρεάσει την ποπ κουλτούρα. Διαχρονικά, η ιστορία του μας γοητεύει και μας μαγνητίζει, ενδεχομένως, γιατί είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι υπήρξε ένας τέτοιος άνθρωπος —κυριολεκτικά—βγαλμένος από ταινία crime fiction.

Γνωμούλα;
+1
0
Έκλαψα
+1
0
Βαριέμαι
+1
0
Νευρίασα
+1
0
Αγαπώ
+1
0
Σοκαρίστηκα