Ένας ασυμβίβαστος καλλιτέχνης με σπάνιο ταλέντο και «κοφτερό» μυαλό.

Ασχέτως αν γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1925, ο Μάνος Χατζιδάκις είναι μια από τις πιο εμβληματικές φιγούρες που έχουν περάσει ποτέ από την ελληνική μουσική βιομηχανία, αποσπώντας Όσκαρ, κατακτώντας διεθνή αναγνώριση και σχολιάζοντας αιχμηρά τα τεκταινόμενα – που ήταν πολλά – των δεκαετιών εκείνων. Γεννημένος στην Ξάνθη, η ενασχόλησή του με τη μουσική ξεκίνησε από τα πρώτα ακόμη χρόνια της ζωής του. Ειδικότερα, σε ηλικία τεσσάρων ετών άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα πιάνου, βιολιού και ακορντεόν. 

Έπειτα από τον χωρισμό των γονιών του, το 1932, ο Μάνος Χατζηδάκις, η μητέρα και η αδερφή του μετακόμισαν στην Αθήνα. Οι ισορροπίες, ωστόσο, κλονίστηκαν συθέμελα έξι χρόνια αργότερα, όταν ο πατέρας του Μάνου Χατζιδάκι άφησε την τελευταία του πνοή σ’ ένα αεροσκάφος. Για τραγικό «αεροπορικό δυστύχημα» έκανε λόγο ο Τύπος τότε, ενώ η δραματική αυτή εξέλιξη, σε συνδυασμό με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, έφεραν την οικογένεια του Χατζιδάκι αντιμέτωπη με μια τεράστια οικονομική δυσπραγία. 

Τότε, ο Χατζιδάκις αναγκάστηκε να κάνει μια σειρά από βαριές, κοπιώδεις εργασίες, προκειμένου να εξασφαλίσει τα προς το ζην για τη μητέρα και την αδερφή του. Έτσι, εργάστηκε, μεταξύ άλλων, ως φορτοεκφορτωτής, παγοπώλης, και βοηθός νοσοκόμος στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο.

Τα πρώτα βήματα μιας μουσικής ιδιοφυΐας 

Το καλοκαίρι του 1944, σε ηλικία 19 ετών, ο Μάνος Χατζιδάκις πραγματοποίησε την πρώτη του συνεργασία, ως συνθέτης, στην κωμωδία: «Ο Τελευταίος Ασπροκόρακας» του Αλέξη Σολομού από το νεοσύστατο, εκείνη την εποχή, Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν». Αν και έκανε μια απόπειρα να ασχοληθεί και με την υποκριτική, ο ίδιος ο Κάρολος Κουν τον προέτρεψε να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη μουσική. Και μάλλον κάτι παραπάνω έβλεπε, αφού η συνεργασία του Μάνου Χατζιδάκι με το Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» διήρκεσε, περίπου, δεκαπέντε χρόνια.

Υπό αυτό το πρίσμα, η επιτυχία στη μεγάλη οθόνη δεν άργησε να έρθει. Το 1946, ανέλαβε την πρώτη του συνεργασία, για την ταινία «Αδούλωτοι σκλάβοι», με την Έλλη Λαμπέτη να αναλαμβάνει χρέη πρωταγωνίστριας. Επιπλέον, υπήρξε από τους πρωτεργάτες του ρεμπέτικου τραγουδιού, ανακαλύπτοντας και κατανοώντας την αξία του. Μάλιστα, σε ηλικία μόλις 23 ετών, στις 31 Ιανουαρίου του 1949, έδωσε την περίφημη διάλεξή του για το ρεμπέτικο τραγούδι στο Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν». Σε αυτό το πλαίσιο, συνέδεσε το ρεμπέτικο τραγούδι με τη νεοελληνική πολιτιστική κληρονομιά και του προσέδωσε ευρωπαϊκής προέλευσης αξίες.

Το 1950, έγινε ιδρυτικό στέλεχος και καλλιτεχνικός διευθυντής του Ελληνικού Χοροδράματος της Ραλλούς Μάνου, με το οποίο παρουσίασε τέσσερα μπαλέτα του:

– «Μαρσύας» (1950)

– «Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές» (1951)

– «Το Καταραμένο Φίδι» (1951)

– «Ερημιά» (1958).

Την ίδια εποχή, ανέλαβε τη σύνθεση της μουσικής για τις «Χοηφόρους» (1950) από την «Ορέστεια» του Αισχύλου – μια συνεργασία που έμελλε να αποτελέσει την αφετηρία για την ενασχόληση του Χατζιδάκι με το αρχαίο δράμα.

Μερικές από τις τραγωδίες και κωμωδίες για τις οποίες έγραψε μουσική είναι οι εξής:

– «Μήδεια» (1956)

– «Κύκλωψ» (1959)

– «Βάκχες» (1962)

– «Εκκλησιάζουσες» (1956)

– «Λυσιστράτη» (1957)

– «Όρνιθες» (1959). 

Η διεθνής αναγνώριση και οι διακρίσεις

Από το 1955, τίποτα δεν μπόρεσε να σταθεί ως τροχοπέδη στο δρόμο του Μάνου Χατζιδάκι – ένας δρόμος με χρυσές, διαχρονικές επιτυχίες. Εκείνη την περίοδο οι συνθέσεις για τον σπουδαίο καλλιτέχνη δεν είχαν σταματημό, ενώ μερικές από τις σπουδαιότερες συνεργασίες του ήταν:

– «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη 

– «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» του Αλέκου Σακελαρίου

– «Ο δράκος» του Νίκου Κούνδουρου 

– «Το γλυκό πουλί της νιότης» του Τένεσι Ουίλιαμς

– «Ο θάνατος του Διγενή» του Άγγελου Σικελιανού

– «Η Αλίκη στο Ναυτικό»

– «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος».

Το 1959 κατέκτησε το πρώτο βραβείο στο Α’ Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού του Ε.Ι.Ρ. για το τραγούδι «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου», που ερμήνευσε η Νάνα Μούσχουρη. Βέβαια, το 1960 ήταν, ενδεχομένως, η καλύτερη χρονιά για τον Μάνο Χατζιδάκι, με τις διακρίσεις να διαδέχονται συνεχώς η μία την άλλη. Του απονεμήθηκε το πρώτο βραβείο και στο Β’ Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού του Ε.Ι.Ρ. για δύο τραγούδια (το «Κυπαρισσάκι» και την «Τιμωρία», πάλι με τη Νάνα Μούσχουρη), ενώ απέσπασε το βραβείο για τη μουσική του στο «Ποτάμι» του Νίκου Κούνδουρου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης.

Το 1961, κατέκτησε το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού για «Τα παιδιά του Πειραιά», σε εκτέλεση της αείμνηστης Μελίνας Μερκούρη, χωρίς όμως ο ίδιος να παραστεί στην τελετή απονομής στην Καλιφόρνια, με αποτέλεσμα το αγαλματίδιο να του αποσταλεί ταχυδρομικώς. Εύλογα, το Όσκαρ του πρόσφερε απλόχερα διεθνή αναγνώριση, με τον ίδιο να καταλήγει πως, τελικά, επιθυμεί να αποφύγει την τόσο εκτεταμένη δημοσιότητα, υποστηρίζοντας ότι στεκόταν εμπόδιο στη διαμόρφωση της σχέσης με το κοινό του.

Επιπροσθέτως, το 1961 κέρδισε το δεύτερο βραβείο στο Γ’ Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού του Ε.Ι.Ρ. για το τραγούδι του «Κουρασμένο παλικάρι», ενώ αξίζει να αναφερθεί ότι το Α’ βραβείο δόθηκε στον Μίκη Θεοδωράκη για την «Απαγωγή» που ερμήνευσε η Μαίρη Λίντα. Έφυγε από τη ζωή στις 15 Ιουνίου του 1994 από οξύ πνευμονικό οίδημα, ενώ στην κηδεία του δεν παρευρέθηκαν τηλεοπτικά συνεργεία και φωτορεπόρτερ – σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε δώσει ο ίδιος. 

Οι πολιτικές πεποιθήσεις ενός διεθνούς φήμης μουσικού μεγαλουργού 

Η πολιτική σκέψη του Μάνου Χατζιδάκι επεκτείνεται στην ουσία των κοινωνικών ζητημάτων, πέρα και έξω από τον χώρο που ορίζουν οι ιδεολογίες και βρίσκεται πανταχού παρούσα στο έργο του – που ωστόσο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να χαρακτηριστεί στρατευμένο. Πάλεψε ενάντια σε αυτά που ο ίδιος θεωρούσε ως μεθοδεύσεις, λαϊκισμό, συντηρητισμό και αμετροέπεια της εξουσίας. 

Αναφορικά με τις πολιτικές του πεποιθήσεις, ο ίδιος είχε δηλώσει:

«Είμαι δημοκράτης αστός, ουμανιστής και αναθεωρητής της δεξιάς [… ] Ποτέ δεν υπήρξα αντικομμουνιστής [… ] Εγώ περιέχω και τον αριστερό. Ο αριστερός, όμως, δεν με περιέχει».

7 από πιο σημαντικά αποφθέγματα του Μάνου Χατζηδάκι

«Όταν συνηθίζεις το τέρας, αρχίζεις να του μοιάζεις».

«Δύο είναι οι εχθροί της πολιτικής και του πολιτισμού: Ο λαϊκισμός και ο ελιτισμός».

«Η αμαρτία είναι βυζαντινή κι ο έρωτας αρχαίος».

«Αδιαφορώ για την δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ».

«Αν ξαναρχόμουνα στον κόσμο θα ήταν για να κάνω έρωτα και για το μόνο που θα λυπηθώ όταν θα φύγω, θα ‘ναι για τον έρωτα που θα χάσω».

«Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλλο. Είμαστε εμείς, εσείς και τα παιδιά σας».

«Η μουσική χρειάζεται 3 πράγματα. Τέχνη, τεχνική και βιώματα. Χωρίς αυτά δε γίνεται να γράψεις μουσική».

Γνωμούλα;
+1
1
Έκλαψα
+1
0
Βαριέμαι
+1
0
Νευρίασα
+1
0
Αγαπώ
+1
0
Σοκαρίστηκα