ΕΛΛΑΔΑ VS ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Αξίζει τελικά να μείνω στην Ελλάδα ή η μετανάστευση είναι η μόνη μας ελπίδα;

Brain drain, brain gain και λοιπά.

Οι ζωές και το μέλλον των νέων γίνεται θέμα για συζητήσεις και debate μεταξύ πολιτικών αντιπάλων δίχως, όμως, να δοθούν ουσιαστικές λύσεις.

Νέα παιδιά αφήνουν το σπίτι, τους φίλους, την οικογένεια για να αναζητήσουν ένα μέλλον, ανάλογο με τις επενδύσεις και τις θυσίες τους σε προσωπικό, εκπαιδευτικό και επαγγελματικό επίπεδο.

Κάτι που, δυστυχώς, η Ελλάδα αδυνατεί να τους προσφέρει. 

Είναι, άραγε, δυνατόν τα νέα παιδιά να μείνουν στην Ελλάδα και να χτίσουν το δικό τους προσωπικό “αύριο” εδώ; Ή η μετανάστευση είναι η μόνη μας ελπίδα; 

Όταν ένα περιβάλλον δεν σου προσφέρει καμία προοπτική εξέλιξης και νιώθεις εγκλωβισμένος, το μόνο που σου μένει να κάνεις, είναι να φύγεις.

Τα νέα παιδιά έχουν θυσιάσει τα παιδικά τους χρόνια στο βωμό του ανταγωνισμού μέσω των κακοφτιαγμένων εκπαιδευτικών συστημάτων. 

Και όλα αυτά, για να τους πετάξουν πέντε ψίχουλα, απαιτώντας «ευχαριστώ» κι από πάνω. 

Φροντιστήρια, Πανελλήνιες, σπουδές, μεταπτυχιακό, αμισθί πρακτικές και, παράλληλα, εργασία για να βγαίνουν τα προς το ζην και να πληρώνονται τα δίδακτρα.

Ανείπωτες θυσίες και εξουθένωση – όλα για ένα άπιαστο αύριο που δεν εκτιμάει ένα βιογραφικό, το οποίο δομήθηκε μετά κόπων και βασάνων.

Κατώτατος μισθός τα 667€ καθαρά στην Ελλάδα της Ευρώπης και του εκσυγχρονισμού. 667€, με τα ενοικια να κυμαίνονται στα 400€ για μια τρύπα στο κέντρο.

Επιπλέον, χρειάζεται να συνυπολογιστούν στην εξίσωση οι λογαριασμοί (ρεύμα, νερό), καθώς επίσης τα τρόφιμα και τα είδη πρώτης ανάγκης.

Κάπως έτσι, τα έξοδα μόνο για να επιβιώσει κανείς έξοδα ξεπερνούν το μισό χιλιάρικο. «Ζήσε», σου λένε μετά. Πλέον, θα έπρεπε να γίνεται συζήτηση για επιβίωση, όχι για ζωή. Και σίγουρα, όχι για «καλή ποιότητα ζωής». 

«Να στηρίξει και να δώσει πλάτες», ζήτησε ο Μητσοτάκης από μια κοπέλα που επιβίωσε από τη σύγκρουση των τρένων στα Τεμπη, όταν εκείνη του είπε πως σκέφτεται να μεταναστεύσει.

Ακόμη, κάνει περιοδείες μιλώντας για το πώς οι πολιτικές του μεταρρυθμίσεις θα φέρουν πίσω τους νέους που κατέφυγαν στη μετανάστευση, προκειμένου να αναζητήσουν ένα καλύτερο αύριο.

Από την άλλη, βέβαια, ο γιος του κατέχει θέση εξουσίας στις Βρυξέλλες, ενώ παράλληλα και οι δύο του κόρες βρίσκονται στο εξωτερικό: Η μία ζει στο Λονδίνο και η άλλη σπουδάζει στις ΗΠΑ.

Ως εκ τούτου, είναι πολύ ευκολο να ζητάμε στους νέους της πατρίδας μας να «βαλουν πλάτη» κοιτώντας την παρτίδα μας. 

Σίγουρα, οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις που (δεν) εφαρμόζονται στην Ελλάδα επιβεβαιώνουν διαχρονικά ένα συμπέρασμα: Η Ελλάδα «τρώει» τα παιδιά της. 

Και οι νέοι καλούνται να γίνουν πολυεργαλεία. Εργάζονται, σπουδάζουν, προσπαθούν κάπως να βρουν χρόνο κι όρεξη για προσωπική ζωή και, στο τέλος της ημέρας, τους χαρακτηρίζει η κοινωνία ως τεμπέληδες.

Κι ας σακατεύονται στη σεζόν, υπό άθλιες συνθήκες, σε επιεικώς απαράδεκτες υποδομές, υπομένοντας ολόκληρα δωδεκάωρα την αφόρητη ζέστη, τους αγενείς τουρίστες και την αισχροκέρδεια.

Χάρη στην καπιταλιστική βαρβαρότητα και τον ελιτισμό, τα εργασιακά δικαιώματα είναι είδος προς εξαφάνιση όσο τα εισοδήματα παραμένουν παγωμένα σε επίπεδα ανέχειας. 

Δεν παρέχονται ευκαιρίες σε μορφωμένα παιδιά με πτυχία και εξειδίκευση, επειδή εξυπηρετείται απόλυτα ο πελατειασμός και το ρουσφέτι.

Συγχρόνως, η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων αρνείται κατηγορηματικά να προσλάβει νέο άτομο χωρίς διετή προϋπηρεσία – κάτι που κανένας εργοδότης δεν είναι διατεθειμένος να προσφέρει. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, με λίγα λόγια.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η εμμονή της ελληνικής κοινωνίας με το συντηρητισμό και την άρνηση για οποιαδήποτε εξέλιξη, οποιαδήποτε αλλαγή και οποιαδήποτε πρόοδο, συμβάλλει τα μέγιστα στην επιλογή για μετανάστευση.

Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, τέτοιο είδους αντιλήψεις έρχονται σε απόλυτη σύμπνοια με νοσηρά φαινόμενα και τραγικά γεγονότα που αποκαλύπτουν την ακαταλληλότητα του κράτους και τον ξεπεσμό σημαντικότατων θεσμών, όπως: Το κράτος δικαίου, η δημοκρατία, η ελευθερία του λόγου και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ενδιαφέρον είχε ένα πρόσφατο άρθρο της Κ., στο οποίο αναφέρει πως δύο στους τρεις Έλληνες που έχουν ήδη επιλέξει τη μετανάστευση, δεν θέλουν να γυρίσουν πίσω. 

Αν μη τι άλλο, όσοι νέοι έχουν ήδη μεταναστεύσει στο εξωτερικό είναι βαθύτατα απογοητευμένοι από την Ελλάδα.

Συγχρόνως, το αισθητά αναβαθμισμένο βιοτικό επίπεδο των άλλων ευρωπαϊκών χωρών αποτελεί πόλο έλξης και, ταυτόχρονα, υψίστης σημασίας έναυσμα για να μην επιστρέψουν στη γενέτειρά τους. 

Από τη στιγμή, λοιπόν, που όσοι έχουν ήδη μεταναστεύσει αποκλείουν, εμμέσως πλην σαφώς, το ενδεχόμενο της επιστροφής στην Ελλάδα – και δικαιολογημένα – πώς να αποτρέψουν κάποιους άλλους από το να ακολουθήσουν το ίδιο μονοπάτι;

Εν έτει 2023, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, τα έντονα συναισθήματα που μπορεί παλαιότερες γενιές να έτρεφαν για το έθνος και τη πατρίδα τους δεν συγκινούν ιδιαίτερα τους νέους.

Μάλιστα, περισσότερα είναι τα κοινά που εντοπίζονται πια ανάμεσα σε νέους ανθρώπους από διαφορετικές χώρες (λ.χ. λόγω σπουδών, επαγγελματικής σταδιοδρομίας, ενδιαφερόντων), παρά μεταξύ συμπολιτών με την ίδια εθνικότητα και την ίδια γλώσσα.

Σαφώς και αγαπάμε τον τόπο μας, το σπίτι μας και το περιβάλλον που μεγαλώσαμε. Επομένως, είναι δεδομένο πως νιώσουμε νοσταλγία αν μεταναστεύσουμε.

Παρ’ όλα αυτά, αν οι εγχώριες συνθήκες εξακολουθήσουν να ακολουθούν τους ίδιους ρυθμούς χωρίς καμία προοπτική για εξέλιξη, η μετανάστευση, τουλάχιστον για ένα εύλογο χρονικό διάστημα, είναι μονόδρομος. 

Είναι απολύτως απαραίτητο να τεθούν άμεσα σημαντικές βάσεις στην κοινωνία και στην οικονομία της χώρας.

Η κοινωνία πρέπει να σέβεται τους νέους και τους αγώνες (κάθε μορφής) που δίνουν. Να τους ακούει και να εκτιμά τις επιθυμίες και τις ανησυχίες τους.

Για μια Ελλάδα του αύριο, για μια Ελλάδα με προοπτική. 

More like this